ἄγγος

ἄγγος
Grammatical information: n.
Meaning: `vessel' (Il.).
Dialectal forms: Prob. Myc. (pl.) akeha.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Possibly a Mediterranean loanword (Chantr. Form. 418). Kitchen utensils are often borrowed. Fur. 275, 307 n. 2 compares ἄγδυς ἄγγος Κρητικόν, which is quite tempting.
Page in Frisk: 1,8

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άγγος — ἄγγος ( εος), το (Α) 1. δοχείο για υγρά (κρασί, γάλα), κάδος για το πάτημα των σταφυλιών, σταμνί και κουβάς για νερό, ποτήρι 2. δοχείο για στερεά, κιβώτιο για τροφές, για ενδύματα 3. υδρία όπου τοποθετούσαν την τέφρα τού νεκρού, τεφροδόχος,… …   Dictionary of Greek

  • ἄγγος — vessel neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κακὸν ἄγγος οὐ κλάται. — См. Битая посуда два века живет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἄγγει — ἄγγος vessel neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄγγεϊ , ἄγγος vessel neut dat sg (epic ionic) ἄγγος vessel neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγγη — ἄγγος vessel neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἄγγος vessel neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στράγξ — αγγός, ἡ, Α σταγόνα, σταλαγματιά («ὁ διὰ λεπτοτάτης ὀπῆς κατιὼν σταλαγμός», Σχόλ. Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στράγξ, γγός (πρβλ. λύγξ, στρίγξ) ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *streng «σφίγγω, συμπιέζω, συγκεντρώνω» και συνδέεται με… …   Dictionary of Greek

  • ύσπλαγξ — αγγος και ακος, ἡ, Α (δωρ. τ.) βλ. ὕσπληγξ …   Dictionary of Greek

  • ἀγγέων — ἄγγος vessel neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγῶν — ἄγγος vessel neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγγεα — ἄγγος vessel neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγγεος — ἄγγος vessel neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.